Πολλά παραμύθια δημιουργούνται για ένα συγκεκριμένο κοινό και με ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Η θεματολογία τους και το ύφος τους είναι προσεκτικά και στοχευμένα για να περάσουν το κεντρικό μήνυμα. Είναι κάτι απόλυτα σωστό και λογικό. Έχω γράψει και εγώ πολλά τέτοια.
Υπάρχουν όμως και μερικά παραμύθια που δημιουργούνται ασυναίσθητα. Ξεκινάς με ένα «μια φορά και έναν καιρό» και μετά από λίγη ώρα χάνεις την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Παύει να πλάθει το μυαλό την ιστορία και αφηγείται η ψυχή. Μιλάς χωρίς να αντιλαμβάνεσαι αν σε ακούει το παιδί, αν έχει κοιμηθεί, αν έχει βαρεθεί. Απλά μιλάς για να αδειάσει η ψυχή σου και να φύγει το βάρος που μπορεί να έχεις μέσα σου. Να μεταμορφωθεί σε έναν άλλο κόσμο, πιο παραμυθένιο. Ένα τέτοιο παραμύθι είναι και ο Βασιλιάς Σωτίγρης.
Ήταν καλοκαίρι του 2020. Κλεισμένος με την οικογένεια μέσα στο σπίτι λόγω του Κορονοϊού, με ένα νεογέννητο παιδί και ένα ακόμη τριών ετών. Με τα επαγγελματικά μου να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, καθώς προερχόμουν από ένα αποτυχημένο διαγωνισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον οποίο είχα ματώσει, αλλά και από άλλες αποτυχίες. Με οικονομική πίεση καθώς , ως αστυνομικός πρώτης γραμμής που θέλει δεν θέλει έρχεται σε επαφή με κόσμο, είχα αναγκαστεί να πάρω γονική άδεια, για να προστατέψω τον νεογέννητο γιο μου από τον Κορονοϊό. Με έντονη απογοήτευση για τα όνειρα που είχα και έβλεπα να μην υλοποιούνται..
Μέσα σε αυτό το σκηνικό ξάπλωσα δίπλα στην κόρη μου και άρχισα να της αφηγούμαι για τον τίγρη που μου είχε ζητήσει. Και όσο προχωρούσα την αφήγηση με τα μάτια κλειστά, τόσο έμπαινε η ψυχή μου μέσα στο ίδιο το παραμύθι και έχανα την αίσθηση του χρόνου. Για καλή μου τύχη η Ελένη αποκοιμήθηκε γρήγορα και δεν πρόλαβε να μου πει «μπαμπά τι μου λες; 3 χρονών είμαι»!! Αν δεν είχε αποκοιμηθεί αυτή η ιστορία ίσως να μην υπήρχε σήμερα.
Και βρέθηκα ξαφνικά, δίπλα στην κόρη μου, να μιλάω για έναν τίγρη αλαζονικό και υπερόπτη που ονειρευόταν μεγάλα πράγματα, σαν να ήθελα να τιμωρήσω και να γελοιοποιήσω ενδόμυχα τον εαυτό μου που ονειρευόμουν ακόμη μια καλύτερη ζωή και δεν μου αρκούσε η ζωή που είχα.
Κι έλεγα , κι έλεγα… κι όσο περισσότερο την έπλαθα τόσο περισσότερο μου κέντριζε το ενδιάφέρον.
Όταν πια αργότερα στο μπαλκόνι τελείωσα την ιστορία, την διάβαζα, την ξαναδιάβαζα και μου φαινόταν τόσο ιδιαίτερη, αλλά και τόσο ακατάλληλη για την μικρή μου κόρη.. Έτσι κατέληξε στο συρτάρι.. εγώ σιγά σιγά την έβγαλα από το μυαλό μου.. και τα χρόνια πέρασαν..
Όμως στην ζωή, ποτέ μη λες ποτέ. Έτσι ενάμιση χρόνο πριν πήρα την απόφαση να αξιολογηθεί η ιστορία μου από έναν πολύ καλό και αξιόπιστο εκδοτικό οίκο, τον εκδοτικό Οίκο Φυλάτος.
Και όταν μετά από λίγο καιρό πήραν την απόφαση να εκδώσουν με τον παραδοσιακό τρόπο το έργο μου κι ας ήμουν ένας άγνωστος συγγραφέας, τότε κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα να μοιραστώ μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο την ιστορία που είχα γράψει εκείνο το βράδυ του καλοκαιριού.
Εύχομαι καλή ανάγνωση σε όσους το αγοράσουν. Θα γελάσετε και εσείς και τα παιδιά σας με τις γκάφες του Σωτήρη, θα συγκινηθείτε, θα διδαχθούν και τα παιδιά σας σημαντικές αξίες της ζωής, όπως η ταπεινότητα και η αυτογνωσία.. Ίσως μέσα στις σελίδες να βρείτε και εσείς ένα κομμάτι του εαυτού σας.
Και για όσους συγκινηθούνε λίγο παραπάνω με το τέλος της ιστορίας, να μην ξεχνάτε ότι μετά την Πτώση του Σωτήρη.. ακολουθεί η Άνοδος..
