Παιδικά έργα
Έργα μου που έχουν εκδοθεί.. ή θα εκδοθούν..
Le Roi Sautigre: La chute
Βασιλιάς Σωτίγρης : Η πτώση
Εκδόσεις Φυλάτος
Fylatos Publishing
Ακυκλοφόρητα παραμύθια μου για.. όνειρα γλυκά..
Ι. Τα αόρατα ζουζούνια
Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια και ένας κακός λύκος. Ο κακός ο λύκος αφού είχε γκρεμίσει με δυο «φου» τα σπιτάκια από τα πρώτα δυο γουρουνάκια πήγε στο σπίτι που ήταν φτιαγμένο από τούβλα… Εκεί, το τρίτο γουρουνάκι έδωσε στον κακό λύκο ένα καλό μάθημα. Έβρασε νερό στο τζάκι και περίμενε. Ο κακός λύκος προσπάθησε να μπει μέσα στο σπιτάκι από την καμινάδα αλλά έπεσε μέσα στο καυτό νερό και κάηκε η ουρά του. Τρομαγμένος και φοβισμένος εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος…
Τα τρία γουρουνάκια χάρηκαν που κατάφεραν να διώξουν τον κακό λύκο. Τα δυο γουρουνάκια έφτιαξαν τα σπιτάκια τους ξανά, αυτή τη φορά με τούβλα, και ζούσαν όλα μαζί ξέγνοιαστα, χωρίς τον φόβο του λύκου.
Όμως ο λύκος δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα…
Όταν η ουρά του έγινε καλά από το καυτό νερό αποφάσισε να εκδικηθεί τα τρία γουρουνάκια. Όμως ήξερε ότι αν γυρνούσε πίσω δεν θα μπορούσε να γκρεμίσει τα σπιτάκια πλέον.
Μέρα και νύχτα γυρνούσε μόνος στο δάσος ψάχνοντας να βρει έναν τρόπο για να εκδικηθεί τα γουρουνάκια. Οι μέρες περνούσαν αλλά ο κακός ο λύκος δεν ήξερε τι να κάνει, μέχρι που εκεί που περπατούσε είδε στο βάθος ένα μεγάλο και σκοτεινό κάστρο στο οποίο έμενε ένας κακός μάγος, ο Δρακουμέλ….
ΙΙ. Ο χαμένος θησαυρός του παππού γουρουνάκι
Μια φορά και έναν καιρό, όταν ο παππούς γουρουνάκης ήταν μικρό παιδί είχε πάει βόλτα σε ένα πανηγύρι. Καθώς έκανε βόλτα στα όμορφα μαγαζάκια, κάτι ιδιαίτερο κέντρισε την προσοχή του σε ένα μαγαζί που πουλούσε παλιά πράγματα. Ήταν ένα ιδιαίτερο κουτί από ξύλο, γεμάτο σκόνη και είχε μόνο ένα κουμπί. Όταν ρώτησε ο νεαρός παππούς γουρουνάκης τι είναι, ο παλαιοπώλης του είπε ότι το βρήκε πεταμένο σε κάτι σκουπίδια και δεν ήξερε τι είναι. Ο νεαρός τότε παππούς γουρουνάκης αποφάσισε να να το αγοράσει για μόλις 10€.
Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, το έβγαλε, το καθάρισε και πάτησε το κουμπί. Στεναχωρημένος παρατήρησε ότι το κουτί δεν λειτουργούσε παρόλο που πάτησε το κουμπί. Αναφώνησε «τι χαζός που ήμουν, έπρεπε να αγοράσω ένα αυτοκινητάκι»… Πριν προλάβει να τελειώσει την κουβέντα του, εμφανίστηκε μαγικά μπροστά του ένα αυτοκινητάκι. Ο νεαρός παππούς γουρουνάκης τα έχασε. Ενστικτωδώς πάτησε ξανά το κουμπί και ζήτησε ένα τρακτεράκι. Αμέσως εμφανίστηκε ένα τρακτεράκι! Τότε αναφώνησε «αυτό είναι μαγικό»! Πράγματι, είχε ανακαλύψει τυχαία το «μαγικό παιχνιδόκουτο των ξωτικών» που είχαν φτιάξει τα ξωτικά πριν από 1000 χρόνια.
ΙΙΙ. Η απελευθέρωση του Τζώρτζ γουρουνάκι
Τακ, τακ, τακ, χτύπησε την πόρτα.
“Ποιος είναι;” είπε με τρομαγμένη φωνή ο Τζορτζ. Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, άκουσε έναν ήχο, σαν ανεμοστρόβιλο, και είδε το ξύλινο σπιτάκι του να γίνεται κομματάκια. Ο Τζορτζ και η Πέππα ξεκίνησαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και από πίσω τους κυνηγούσε ο κακός λύκος. Μετά από αρκετό τρέξιμο η Πέππα έφτασε στο σπίτι του Τζόνι και κρύφτηκε μέσα, όμως ο Τζορτζ σκόνταψε σε μια πέτρα και ο Ντάνι, ο κακός ο λύκος, τον έπιασε…
Ο Τζορτζ έκλαιγε και ούρλιαζε από τον φόβο του, όμως ξαφνικά επικράτησε σιωπή…
Ο Ντάνι είδε το σπίτι του Τζόνι, όμως ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει ότι είναι από τούβλα και ότι δεν μπορούσε να το γκρεμίσει με ένα φύσημα. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει…
Μέσα στο σπιτάκι του Τζόνι, η Πέππα και ο Τζόνι ήταν φοβισμένοι, αγχωμενοι και μια απορία είχε κατακλύσει την ατμόσφαιρα…
“Τι απέγινε ο Τζορτζ;”
Διαβάστε περισσότερα: Συγγραφικό έργο/ Oeuvre littéraireIV. Η περιπέτεια του (Σ)τάυρου
Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν σε έναν μεγάλο στάβλο πέντε αγελαδίτσες και ένας ταύρος.
Η Τούλα, η Πούλα, η Ρούλα, η Βούλα και η Σούλα ήταν πέντε όμορφες αγελάδες. Όλες ήταν καφέ, εκτός από την Σούλα, η οποία ήταν ασπρόμαυρη. Μαζί με τις αγελαδίτσες ζούσε και ένας ταύρος που τον έλεγαν Σταύρο.
Ο Σταύρος, ο ταύρος ήταν ένας μεγάλος ταύρος με μυτερά μακριά κέρατα. Όσο μεγάλος ήταν ο Σταύρος, άλλο τόσο μεγάλη ήταν και η όρεξη του. Ο παππούς Βαγγέλης, ο ιδιοκτήτης του στάβλου, συνήθιζε να λέει “θα τον δώσω τον Σταύρο, τρώει πολύ και δεν παράγει τίποτα”, ενώ πολλές φορές όταν νευρίαζε του έλεγε με θυμό “σταμάτα να τρως τόσο, τι είσαι εσύ, Βασιλιάς είσαι;”
Ο Σταύρος, πέρα από πεινάλας, ήταν και ανυπάκουος. Συχνά έφευγε από τον στάβλο απροειδοποίητα και πήγαινε παραδίπλα στον φίλο του τον Ασλάνη, έναν άλλο ταύρο, για να βοσκήσουν παρέα. Κάθε φορά που τον έβλεπε ο παππούς Βαγγέλης να είναι ανυπάκουος του έλεγε με αγανάκτηση “μια μέρα θα το φας το κεφάλι σου”.
Διηγήματα
Άλλο ένα βράδυ
Ένα έργο που γράφτηκε με αφορμή το δυστύχημα των Τεμπών και συγκεκριμένα για όσους έμειναν πίσω..
Έφυγες ψυχή μου και έμεινα σε αυτό το άδειο κρεβάτι να συλλογίζομαι άλλο ένα βράδυ. Έφυγες. Κι αν οι ευχές πιάσανε τόπο, είσαι καλά εκεί που είσαι. Ίσως και να μ’ ακούς αυτή την ώρα και να φωνάζεις νοητά «μην κλαις, όλα καλά». Ίσως. Αυτό το ίσως είναι που με σκοτώνει. Γιατί αν ήξερα ότι υπάρχεις έστω και κάπου άλλου, θα είχα ένα ίχνος ευτυχίας. Μα αν είναι όλα ένα ψέμα, τότε υπάρχεις μονάχα μέσα στις φωτογραφίες. Εκείνες τις άψυχες εικόνες, που όμως έχουν τόση ψυχή μέσα τους τελικά.
Άλλο ένα βράδυ που παλεύω με τη νύστα και την κούραση. Δεν θέλω να κοιμηθώ. Θέλω να κοιτάζω το πορτρέτο σου απέναντι στον τοίχο και να σκέφτομαι. Μέσα απ’ τις σκέψεις βυθίζομαι στο πριν και νιώθω τόσο ωραία, τόσο γαλήνια. Πότε-πότε κρατώ το κινητό στα χέρια και κοιτώ το μήνυμά σου, εκείνο το τελευταίο που είχες στείλει πριν χαθείς. Έχουν περάσει πια τόσα χρόνια από τη στιγμή εκείνη. Όχι ότι ο χρόνος έχει κάποια σημασία. Ο χρόνος σταματάει εκεί που σταματούν τα όνειρα. Έτσι πιστεύω εγώ.
Ώρες, ώρες κοιτάζω την εικόνα της Παναγιάς δίπλα απ’ τη δική σου κι αναρωτιέμαι ξανά αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο ή αν είναι ένα ψέμα, ένα παραμύθι σαν κι αυτά που λέμε στα παιδιά για να κοιμηθούν γλυκά και να ξεχάσουν τους εφιάλτες. Μακάρι να μπορούσα να το μάθω, μακάρι. Μακάρι να με έφερνε δίπλα σου ο Θεός. Μα αν, αν δεν υπάρχει άλλη ζωή; Πάλι αυτό το “αν” που έρχεται ξανά και ξανά μέσα μου και μου πνίγει το μυαλό.Φοβάμαι πως δεν έχω άλλη λύση, αγάπη μου. Πρέπει να μάθω να ζω κι ας μην το θέλω. Πρέπει να σηκωθώ, κι ας μην το θέλω. Πρέπει να πάω στη δουλειά, να δω σκυμμένα βλέμματα και να ακούσω λόγια παρηγοριάς. Σαν εκείνο που λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει, λες και είναι αρρώστια να ζω με την ανάμνησή σου.
Με αυτές τις σκέψεις τα βλέφαρα κέρδισαν τελικά τη μάχη και πέρασε και αυτή η νύχτα, ήρεμα και νοσταλγικά. Μαζί κοιμηθήκαμε και πάλι. Εγώ και η φωτογραφία σου, παρέα με μερικά δάκρυα που πότιζαν ασυναίσθητα το μαξιλάρι. Δεν ξέρω αν τελικά ζεις κάπου αλλού ή αν έγινες σκοτάδι. Δεν νομίζω ότι έχει κάποια σημασία τελικά. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ζεις μέσα μου και όσο ζω θα ζεις και εσύ μαζί μου. Γι’ αυτό ήρθε η ώρα να σηκωθώ, κι ας μην το θέλω.
Ακαδημαϊκά έργα
Αστυνομική Ηθική: Ορισμός και βασικά ζητήματα
Η Αστυνομία είναι μια υπηρεσία που μπορεί να είναι συνδεδεμένη ως θεσμός με τη σύγχρονη εποχή, αλλά ως φορέας δημόσιας ασφάλειας καθιερώθηκε ήδη από τα αρχαία χρόνια. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν αστυνομικοί θεσμοί, όπως οι Αστυνόμοι, οι Αγορανόμοι, οι Σίτωνες και οι Γυναικονόμοι. Στην Σπάρτη αστυνομικά καθήκοντα, πέρα των άλλων καθηκόντων, αναλάμβαναν οι Έφοροι. Αντίστοιχα, αστυνομικού τύπου θεσμοί υπήρχαν και σε άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδος αλλά και σε άλλες περιοχές του αρχαίου κόσμου.
Η Αστυνομία, λοιπόν, αποτελεί μια κοινωνική αναγκαιότητα, μια αναγκαιότητα για όλους τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Γιατί όμως είναι η Αστυνομία ένας αναγκαίος θεσμός; Γιατί χρειάζονταν και χρειάζονται οι ανθρώπινες κοινωνίες ένα ειδικό σώμα για να εξασφαλίζει την τάξη και την ασφάλεια; Μπορούν να δοθούν πλείστες απαντήσεις στο ερώτημα αυτό, όμως κατά τη γνώμη μου η ουσία βρίσκεται στη φύση της ίδιας της κοινωνίας.
Διαβάστε περισσότερα: Συγγραφικό έργο/ Oeuvre littéraire
Απάντηση